Κοίτα με να σε κοιτώ…

στις

Το σύμπαν καίγεται. Εκεί, λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ το σπίτι μου. Μάσκες, πετσέτες, κλάματα, πανικός. Πρωταγωνίστρια εγώ και όλη η γειτονιά σε σενάριο για disaster movie απολαύσεις. «Tώρα τον θυμάστε το μπαμπά…», μου λέει ο γείτονας απευθυνόμενος σε εμένα καθώς και τα υπόλοιπα τέκνα της περιοχής. Τον κοιτώ. Με κοιτά. Ξανανεβαίνουμε το πύρινο βουνό. Όλες οι οικογένειες μαζεμένες, να σώσουν τα σπίτια τους, τις ζωές τους.

Μια πυρκαγιά που μας έκαψε την υπομονή, το μυαλό, τα λεφτά, τα σωθικά, τη λογική. Δηλαδή πήρε τη «λογική», την έκανε μια τεράστια spalding και την κάρφωσε ανελέητα στο καλάθι της ειρωνείας. Οι μισοί τρέχαμε χωρίς λόγο, οι άλλοι μισοί γκρινιάζαμε για το παρελθόν των δεδομένων που δεν εκτιμήθηκαν και οι υπόλοιποι έκαναν όντως, δουλειά. Όπως ο ξάδερφός μου ο Θανάσης, που δεν άφησε το λάστιχο στιγμή και οι λατρεμένοι γρειντεράδες που κοίταγαν να θερίσουν τη πλάση προς αποφυγήν του κακού.

Όλες τις συμπεριφορές του πλανήτη θα δεις σε μια τέτοια κατάσταση. Όλα τα πρόσωπα του σατανά που λέγεται άνθρωπος. Το πιο εξωγήινο πλάσμα που έχω δει ποτέ μου. Οι πυροσβέστες πιο πάνω να κουνάνε το κεφάλι δεξιά και αριστερά, πεινασμένοι και καταπονημένοι και η κόρη του γιατρού (φανταστικό παράδειγμα) να μου περιγράφει τις δράσεις της στο Παρίσι. Ο φωτογράφος να καλλιτεχνίζεται, η μάνα να δακρύζει, ο Ερμής (γειτονικός σκύλος) να μη ξεκολλάει από το αμάξι. Μέγας τρόμος. Δε ξέρω τι τον τρόμαξε περισσότερο. Η φωτιά ή εμείς, οι εξωγήινοι;

«Δε θα μας αφήσουν να καούμε! Πού πάτε μωρέ; Μη κάνετε έτσι!», μας φωνάζει μια κυρία την ώρα που τα μαζεύαμε. Μικρά καντηλάκια σε όλα τα σπίτια. Είχε νυχτώσει και είχα κολλήσει στα καντηλάκια. Σε αυτή τη μυστήρια ανάγκη μας, να πιστεύουμε ότι κάποιος «άλλος» θα μας σώσει από την αηδία μας. Βήχοντας. Οι παλαιοί να εφαρμόζουν στην ατμόσφαιρα αυτό που ξέρουν καλά και οι νέοι να κοιταζόμαστε μπερδεμένοι. Ανάμεσα στην εκδοχή του τίποτα και αυτήν του όλα, αλλά με την ορθοδοξία στο προσκεφάλι.

Η φωτιά σιγά-σιγά ηρεμεί… Μπορεί τα καντηλάκια να έκαναν τη δουλειά τους. Καλό που δεν είχαμε ρεύμα για λίγες ώρες. Είδα πώς είμαστε στο σκοτάδι. Ανήμποροι μα συνάμα απίστευτα ικανοί. Τα χέρια και τα πόδια κινούνταν σα τρελά και ο νους ξέβραζε θεωρίες. Πολλές φορές, αχρείαστες. Μπορούσαμε να περισώσουμε την ύλη που χτίσαμε, αλλά αδυνατούσαμε να προσαρμόσουμε αυτή την εξέλιξη στο λόγο μας. «Τα σπίτια γίνονται, εσύ όμως όχι!», φωνάζει μια γλυκύτατη γειτόνισσα σε ταραγμένη συνάνθρωπο. Ίσως το πιο δυνατό σχόλιο της τραγικής αυτής βραδιάς. Από την άλλη, άμα χάσεις το σπίτι σου, κανείς δε θα έρθει να σου χτίσει καινούριο. Οπότε μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Ξέρω γω…

«Κώστα! Θα φάμε τίποτα;», ρωτάει ο ένας πυροσβέστης το συνάδελφο λίγες ώρες αφότου έφυγε ο κίνδυνος. Psycho, η φάση. Γιατί είχα και εγώ μια πείνα. Και στο πλάι μου, μια γυναίκα να μου μιλά για το πώς «εμείς θα τα διατηρήσουμε όλα αυτά, πώς ξεφύγαμε από την ουσία, πώς δε μας νοιάζει για τίποτα, πώς κυνηγάμε το ανούσιο, το άναρχο, το χωρίς ήθος, το χωρίς αξία» και το πώς-παράλληλα «να κάνουμε υπομονή και όλα θα πάνε καλά αν είμαστε μαζί, αν αγαπιόμαστε». Την κοίταξα, με κοίταξε και ανεβήκαμε μαζί-μα χωριστά- το πύρινο βουνό. Και οι δύο, είχαμε πεινάσει. Στο τέλος, η ανεπηρέαστη από χάσματα και ανοησίες πείνα, νίκησε. Η φωτιά πάντως όχι.-Tώρα ο διχασμός ημών, των χρεωκοπημένων, που ακόμα καρβέλια ονειρευόμαστε, pick n roll, σε άλλο γήπεδο- EYT. M.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s