Ο δαίμονάς μου

στις

Υπάρχει ο φόβος, ο τρόμος, η λαγνεία. Αυτή η μία στιγμή, που και τα 3 γίνονται ένα μέσα σου. Ένα κουβάρι από πάθη, αφέσεις, αμαρτίες. Οι στιγμές που ξέρεις, ότι δε σε ενδιαφέρεις. Οι στιγμές, που η ζωή γίνεται ένα upper drug. Ξυπνάς το επόμενο πρωί και ψάχνεις να δεις ποιος είσαι. Και θυμάσαι. Και ξεκινάς. Φοράς χαμόγελο και πας. Νομίζεις το έζησες και αυτό και θα τη βγάλεις καθαρή. Διώκοντας, όχι κυνηγώντας την ευτυχία.

«Ευτυχία είναι να θες, αυτό που έχεις», μου είπε γλυκά ένας φίλος. Τον κοίταξα με απορία. Ποτέ μου δεν ήθελα αυτά που είχα. Πάντα τα σνόμπαρα, σα τις ψίχες που έκανα πέρα από το mousepad. Μου χαλάνε την όψη, την αισθητική. Τι έφταιξε δε ξέρω. Τι φταίει, ακόμα παλεύω να βρω. Μαζί με το Θεό, που με φλερτάρει τελευταία, ως εναλλακτική της παρηγοριάς του ελληνικού καφέ, κοιτάζω τα δώρα της μάνας μου στο συρτάρι. Τα ρολόγια, τους σταυρούς, τα όμορφα κολιέ. «Γιατί με επιβραβεύει;» σκέφτηκα. Δεν έκανα τίποτα άλλο, από το να τα χάνω δεξιά και αριστερά.

Κατά τα άλλα, επιχειρήσαμε να κάνουμε τις ζωές άλλων καλές. Διαβάζοντας, μοχθώντας, ψάχνοντας. Έτσι τουλάχιστον νομίζει η ηλικία μου. Κάποια στιγμή το πετυχαίνεις. Σε νοιάζει; Δε ξέρω. Φτάνεις κάπου και λες, «οκ, not bad, επόμενο;». Συνεχίζεις να παίρνεις δώρα. Τα χάνεις και αυτά. Ψάχνεις λίγο ακόμα. Να κάνεις το καλό, για πολλούς. Βρίσκεις εμπόδια, τέρατα και βλαμμένα ξόρκια. Δαίμονες που πρέπει να νικήσεις. Στο μεταξύ, κάνεις ένα διάλλειμα με μια upper νύχτα ή/και μέρα. Πιστεύεις θα γευτείς για λίγο την επιβράβευση που σου πραγματικά σου αναλογεί. Για να συνεχίσεις το έργο. Μια μάταιη χαζομάρα, που σε παραπλανά.

Και έρχεται εκείνη η μέρα, που κάτι γίνεται. Κάτι βαρύ. Ασήκωτο. Ένας χαμός, ένας κίνδυνος, ένα χαλασμένο φρένο. Και λες «Χριστέ μου!», αυτόματα και ανεξήγητα. Μέχρι πρότινος έλεγες «whaaaa?????», «σοβαρολογείς;», «αλήθεια;», «ουάου» και άλλα τέτοια μεταλλαγμένα λεξόνια που σε έκαναν cool και εξεζητημένο. Τη μέρα που λες «Χριστέ μου», σκέφτεσαι την ευτυχία σε αυτά που είχες. Και το πόσο πανεύκολα παίζει πάλι να τα ξεχάσεις. Είναι η μέρα, που οι άνθρωποι γύρω σου φαντάζουν όλοι τυχεροί. Σπουδαίοι. Αέρινοι και πανέμορφοι. Η μέρα που όλα μυρίζουν τέλεια. Όλα είναι θησαυρός. Εύθραυστος, μα χρυσός.

Είναι ανέφικτο να θέλεις αυτά που έχεις, αλλά εκείνη τη μέρα όχι απλά τα θέλεις, τα ποθείς όσο τίποτα άλλο. Η στασιμότητά τους, είναι για σένα το μοναδικό, απόλυτο upper. Ορκίζεσαι ότι αν σου δοθεί μια ευκαιρία, θα τα λιώσεις στην αγκαλιά σου. Γνωστά πράγματα. Καμιά φορά όμως, η ευκαιρία έχει πάει περίπατο. Κι εσύ, μένεις σε μια κατάσταση νιρβάνα, να χαζεύεις το σκοτάδι μπας και συνηθίσεις. Σκύβοντας το κεφάλι γι΄ αυτούς που σε αγαπάνε. Γαμώτο. Που τους γράφεις, για τους πολλούς. Για μία νύχτα ή/και μέρα που νομίζεις ότι σου αναλογεί. Στην ουσία, δε σε νοιάζουν οι πολλοί. Πρόσχημα είναι. Το πρόσχημα του ανήμπορου, του εγωιστή, του καπνιστή. Αυτού, που παραδόθηκε πλήρως στο σκοτάδι. Στους δαίμονες που τάχα προσπάθησε να νικήσει.

Εγώ είμαι ο δαίμονάς μου. Εγώ και η ευτυχία μου. Μπορώ πάντα να επιλέξω εαυτό. Αλλά όχι πάντα «το επόμενο πρωί». Αυτό δυστυχώς, έχει δική του βούληση. ΕΥΤ.Μ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s