Ο λεκές στο μπουφάν μου

Posted: Ιανουαρίου 22, 2012 in The World we Live In

Εγώ στο δρόμο. Η γνωστή ιστορία. Περπατάω και συλλέγω φούσκες. Τις κανονικές όχι τις άλλες. Αυτές με τη σαπουνάδα, δε ξέρω πως λέγονται. Έχοντας μόλις ξυπνήσει από μία αψυχολόγητη νύχτα, χαζεύω τα μικρά που σέρνονται από το χέρι της μάνας. Αυτής που επίμονα ψάχνει για κολοκύθια στη λαϊκή. Είναι η μέρα του μπριάμ. Πού να το ξέρει αυτό το παιδί; Με τις σαπουνόφουσκες θέλει να παίξει (μάλλον έτσι λέγονται). Ξενυχτισμένη και χαμένη στέκομαι στο μέρος με τα μπρόκολα. Όχι για να πάρω, αλλά για να σταθώ κάπου. Ζαλιζόμουν λίγο. «Ω γαμώτο», σκέφτηκα, «σήμερα είναι Σάββατο και εγώ είμαι χάλια».

Καθώς φεύγω από τα μπρόκολα, βλέπω ένα κορίτσι να κάθεται στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένα γλυκό, ξανθό κορίτσι με ροζ γαλότσες. Σαν ηρωίδα του Τόμ Τάικβερ μου φάνηκε, δε πρέπει να ‘ταν 16. Έκλαιγε και κοίταγε το κινητό της. Ροζ ήταν και αυτό, δε συγκράτησα τη μάρκα. Το λίγο μολυβάκι που είχε στα μάτια, είχε μουτζουρωθεί. Αλλά πάλι γλυκό ήταν. Ανησύχησα λίγο και σταμάτησα. Κάθισα δίπλα της. Ύφος που είχα πάρει… Αυτό του «been there…», τρομάρα μου. Ήμουν βέβαιη ότι έκλαιγε για κάτι ανόητο. Παρά ήταν καλοζωισμένη. «Κορίτσι μου…, τι έχεις;»,τη ρώτησα. «Χρειάζεσαι κάτι;». Γύρισε το βλέμμα της δειλά και με κοίταξε. «…Δε με παίρνει, δε με παίρνει… Και μου είπε η Κατερίνα, ότι τον είδε χτες με τη Γιώτα στο Moods…κλαψ, κλαψ, κλαψ», μου είπε. Και είχα μόλις επιβεβαιωθεί.

Δεν έφυγα. Πρέπει να άραξα μαζί της κανα μισάωρο. Να ακούσω την ιστορία της. Μου περιέγραψε τα πάντα. Από το αγόρι της, το αλήτικο, τη φίλη-φίδι και άλλες τέτοιες εφηβικές πλοκές. Μέχρι και για τη μάνα της μου είπε. Που δεν την αφήνει μετά τις 11 το βράδυ να είναι έξω. Γι’ αυτό κέρδισε η «άλλη». Το κλάμα της δεν υποχωρούσε ιδιαίτερα, αλλά όσο περνούσε η ώρα και πωρωνόταν με όλα αυτά τα πρέπει που «πρέπει» να σπάσει για να έχει το γκομενάκι της αρεσκείας της, κάπως έγιανε τη φάτσα της. Έριχνα ακόμα κλεφτές ματιές στις σαπουνόφουσκες. Δε ξέρω τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα. Παιδάκια παντού με αυτό το σπαστικό εργαλείο. Είχαν λεκιάσει το μπουφάν μου. Η μικρή άρχισε σιγά -σιγά να συνέρχεται, ζητώντας μου το fcb. Κολλημένη όμως στο κινητό. Ακόμα… «Πάει τώρα, τον έχασα!κλαψ, κλαψ!». Ναι… Χάρηκα νωρίς.

Πιάνω το μάγουλό της διακριτικά και της λέω «Αγάπη μου φεύγω τώρα. Κλάψε όσο μπορείς ακόμη. Αλήθεια. Μη πιέζεσαι. Θα έρθει και η μέρα, που δε θα μπορείς να το κάνεις. Γι’ αυτό να το χαρείς τώρα». «Σ’ ευχαριστώ… Θα σε βρω  στο fcb,να μιλάμε!», μου απήντησε σε μια τελευταία της τσαχπίνικη κουβέντα. Και άρχισα να ανηφορίζω… Μπαίνω στο ασανσέρ. Κρατς, κρατς, κρατς, με το χέρι μου. Να δω αν βγαίνει ο λεκές από το μπουφάν. Και με κοιτάω στο καθρέφτη. «Εγώ τώρα τι φοβάμαι;», αναρωτήθηκα σε μια ανερμήνευτη αναλαμπή. «Μη χάσω το μπουφάν;». Πόσο στραβόξυλα έχουμε καταντήσει ρε γαμώτο. Δε βλέπουμε πια τίποτα. Ή είδαμε πολλά. Δε ξέρω.

Για λίγο απόρησα. Άρχιζα να σκαλίζω τις δικές μου εφηβικές ανοησίες. Να θυμηθώ πως είναι να σπαταλάς δάκρυα για κάτι. Τελικά η ενηλικίωση είναι βλακεία. Καταβροχθίζεσαι από εμπειρία και σπαταλιέσαι συνειδητά. Γιατί απλά «μπορείς», όπως εύστοχα θα έλεγε ένας φίλος. Όμως, επιστρέφοντας σε εκείνα τα χρόνια όπου το κάθε τι, μου προκαλούσε δέος, ακόμη και οι μικροσκοπικές derby που μου έδινε ο παππούς στα κρυφά, ψιλο-πάγωσα. Ξέχασα πως είναι να κλαψουρίζεις ή να χαχανίζεις για μικρές καθημερινές ασημαντότητες. Ξέχασα πως είναι η υπερβολή και η συναισθηματική ακρότητα. Τώρα, σε κάθε μας απώλεια, προσφεύγουμε σε θεωρίες ή/ και μερικές βοτκίτσες. Μάθαμε να ξεπερνάμε τα πάντα σε ταχύτητα φούσκας. Και νιώθουμε ωραίοι, ώριμοι, φιλοσοφημένοι. Μάλλον χαζοί…θα πω. Τα σπάσαμε όλα τα πρέπει και ψάχνουμε καινούρια. Και δε βρίσκουμε. Υπάρχουν μερικά, αλλά αυτά δε μας παίρνει να τα λιντσάρουμε. Γιατί μας δίνουν λεφτά να πίνουμε βοτκίτσες, να χτίζουμε θεωρίες…

Είμαστε μια γενιά προβληματική. Απομονώνουμε την ελευθερία σε ένα και μόνο όροφο. Και το ξέρουμε. Μπαίνοντας σπίτι, είχα τα μουτζουρωμένα μάτια του κοριτσιού στο κεφάλι μου. Δε ξέρω αν ήταν νοσταλγία αυτό που αισθάνθηκα… Περισσότερο πικρία για το παρόν. Που μου ρευστοποιεί την αγάπη. Να τη δίνω και να την παίρνω σε νόμισμα. Ποτέ ολόκληρη. Που ποδοπατάει το συναίσθημα επειδή δεν είναι καθόλου οικονομικό. Δεδομένης της φάσης, δε λέω, ακόμα καλά είμαστε. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι πια, δεν κοιταζόμαστε. Και ποτέ δεν κοιταζόμαστε με δάκρυα. Ψάχνουμε για κολοκύθια, ενώ θέλουμε και μπορούμε να παίζουμε με σαπουνόφουσκες. Γελώντας σα βλαμμένοι χιμπατζήδες.

Κι όμως, αγαπάμε… Ακόμα εκεί είναι. Δεν είναι απόλυτο. Δεν είναι προσδιορισμένο. Δεν είναι ξεκάθαρο. Αλλά είναι εκεί και ψάχνεται. Είναι ο λεκές στο μπουφάν μου. Και όσο και αν προσπαθώ, δε βγαίνει. Δε θέλω. Δεν πρέπει. Κι ας «μπορεί». ΕΥΤ.Μ.

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s