Περνάμε όλοι δύσκολα. Σχεδόν όλοι. Βασικά… όλοι, απλώς κάποιοι εξαιρούνται λόγω γενετικής απάθειας (πράγμα ευτυχές). 10.000 Έλληνες ψάχνονται για δουλειά στο Europaswhatevah.madworld, άλλοι τρώνε βάικοντιν για ψωμί, άλλοι βγάζουν το σκυλί βόλτα για εκτόνωση και άλλοι, απλώς περπατούν χλιδάτοι ως θύμηση μιας εποχής άλλης. Για τους συνταξιούχους, τους δημοσίους και όποιους άλλους συγκροτούν το σύστημά μας, δε θα μιλήσω, γιατί θα γίνω τόσο γραφική, όσο και το «συμπονετικό» MEGA Channel.
Είμαστε σε αυτό ακριβώς το μεταβατικό σημείο, στην ιστορία της Νεότερης Ελλάδος, κατά το οποίο, ανατρέπουμε την τάξη. Βάζοντας μαύρη κορδέλα στα μάτια και τρώγοντας φτερούγες τσίλι, όσο πιο κάφρικα γίνεται. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του τι εκτυλίσσεται, δεν επιλέγουμε την απομόνωση (ασχέτως αν αυτή υφίσταται), αλλά την εξόρμηση και την παρέα. Γελώντας, μιλώντας αδιάλειπτα για χαζομάρες και διακωμωδώντας την ανεπάρκειά μας, στη δημιουργία και την ανάπτυξη της συλλογικότητας. Όμως το κάνουμε μαζί… Ειρωνεία, ε;
Ζώντας μικρές καθημερινές καταστάσεις με ανθρώπους, λιγότερο καθημερινούς, διαπιστώνω ότι η υπόθεση κρίση, κούρασε. Όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως έννοια. Ναι. Μπορώ να πω, ότι το νέο οικονομικό καθεστώς λειτουργεί υπέροχα για την εξέλιξη της δημοσιογραφίας ή/και της σκέψης σε ευρύτερο επίπεδο, μα αδυνατεί να παύσει τη «ζωή». Η επιβίωση φυσικά, είναι άλλο ζήτημα… Αν και η απογοήτευση, η απελπισία και η παραίτηση, είναι κοινωνικά φαινόμενα που μέρα με τη μέρα αυξάνονται, η αιχμαλωσία που προκύπτει από το υγιές αναπνευστικό μας σύστημα, μας κρατά εδώ. Να τρώμε και να γελάμε. Όχι παραβλέποντας, αλλά συνυπάρχοντας με τα προβλήματα.
Οι γιορτές που πέρασαν ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα της μεγάλης οικονομικής αλλαγής. Όλα αλλάζουν προς το χειρότερο, τα ‘χουμε ξαναπεί αυτά. Αλλά δεν πειράζει. Πλέον καθόλου, μη σας πω. Τις προάλλες συνάντησα μια παλιά γνώριμη. Όταν τη ρώτησα τι κάνει, με ύφος τύπου «πώς τη παλεύεις με την απάλευτη κενωνία;», αυτή μου απήντησε το εξής… «Δε με νοιάζει πια. Ξέρω ότι μπορεί να είμαι έτσι για πάντα!». Ο τρόπος με τον οποίο μου απευθύνθηκε, δεν ήταν ενός ανθρώπου στενοχωρημένου ή συμβιβασμένου. Απεναντίας, εξέφραζε μια απίθανη ηρεμία η τοποθέτησή της. Και επέστρεψε στους φίλους της, χορεύοντας μοναδικά.
Όσο λοιπόν καθόμουν, την επόμενη μέρα, σε ένα τυχαίο μέρος με κάτι φίλους, οι οποίοι αηδιο-λογούσαν, σκέφτηκα… «Δε με νοιάζει πια. Κι αν είμαι έτσι για πάντα, δεν είναι άσχημα». Για λίγο, είδα τον «εαυτούλη», να γουστάρει με αυτά. Όχι άλλα. Δεν υπαινίσσομαι βεβαίως, ότι η παρούσα φάση κατακεραυνώνει το σχέδιο ή τη φιλοδοξία. Παρατηρώ μονάχα, ότι το σχέδιο παρουσιάζει διαφορετική κατεύθυνση. Υπάρχει μια μεταστροφή στον τρόπο που ονειρευόμαστε το μέλλον. Σα να αρχίσαμε να το σκεφτόμαστε λιγότερο ένα πράγμα. Και αυτό θέλει δουλειά… Θέλει δουλειά, να μη φαντασιώνεσαι μια διευθυντική θέση στη Microsoft, να μην εκστασιάζεσαι στη σκέψη μιας βαλίτσας με αμερικάνικα δολάρια. Και μπορεί να το πετυχαίνουμε σιγά-σιγά…
Όπως πολλάκις έχουν δηλώσει τα πολιτικά πρόσωπα, η χώρα θέλει «όραμα». Ω θεε μου. Πόσο ηλίθιο ακούγεται… Ίσως επειδή φαντάζει ανέφικτο. Ακούμε τη λέξη και τη συνδέουμε με ιστορικές προσωπικότητες τύπου «Τσε» ή «Χίτλερ», αν το πάμε στην άλλη άκρη. Αλλά δεν είναι έτσι. Πιστεύω ότι σήμερα, πιθανότητα πατάμε στο πιο πρόσφορο έδαφος για όραμα. Διότι σταδιακά, απογαλακτιζόμαστε από τη μεγαλομανία και επικεντρωνόμαστε στην καθημερινότητα. Και μόνο όταν ο άνθρωπος μελετά καλά το τώρα του, μπορεί να εντοπίσει τα ψεγάδια.
Δεν αφήνουμε το τώρα να μας ρουφάει, αλλά είναι το μόνο που έχουμε. Όταν σκεφτόμαστε το μετά, χάνουμε και το πριν. Εκεί, μας ρουφάει το σύμπαν. Φεύγοντας από μία νοοτροπία που έδινε στην επιτυχία ένα και μόνο όνομα, η συμφιλίωση με τα δεδομένα και η επιείκεια στον εαυτό, είναι σπουδαία στοιχεία. Μπορεί κάποιοι, να μας μαμάνε τα όνειρα, αλλά δε μας μαμάνε τη ζωή. Την έχουμε ακόμα και δε μας χαλάει τελείως. Τρώμε φτερούγες τσίλι κάφρικα και χορεύουμε μοναδικά. Διακωμωδούμε την ανεπάρκειά μας. Άρα, την αναγνωρίζουμε. Όραμα. Βήμα 1ο.
