Πλατεία Όλγας. Ώρα 02:00. Στο περίπτερο. Τι άλλο; Τσιγάρα. Αφού πρώτα, πήρα όλη τη μυρωδιά των φοιτητών/τριών που ξενυχτούσαν στο Σουρωτήρι, έφτασα παρέα με το τεράστιο σκουφί μου στον τόπο της σωτηρίας των ανεύθυνων (απευθύνομαι σε αυτούς, που ποτέ δε φροντίζουν να έχουν νερό, χαρτομάντηλα ή τσιγάρα έγκαιρα, με αποτέλεσμα να μένουν μαλάκες μες τη κρύα νύχτα-το μόνο καλό είναι η βραδινή γυμναστική υποθέτω).
Τεσπα…, καθώς ζητώ το ανάλογο πακετάκι από τον άγρυπνο φρουρό του περιπτέρου, σκέφτομαι το εξής… «Τι τραβάει κι αυτός, μέσα στο παγετό…;». Ορκίζομαι, πως δε σκέφτηκα δυνατά. Ήταν μια καθαρά αθόρυβη σκέψη, παράλληλα με την ψακτική μου για ψιλά. Δυστυχώς ψιλά, δε βρίσκω… «Ωχ…ελπίζω να μη σε ταλαιπωρώ τώρα… έχω πενηντάευρο», του λέω. «Ναι καλά… τι να με ταλαιπωρείς; Tαλαιπωρία είναι αυτό ή το ότι είμαι εδώ;», απαντά ελαφρώς ψιθυριστά, κουνώντας το κεφάλι και ρίχνοντας το βλέμμα του υποτιμητικά στο ταμείο του. Ορκίζομαι ξανά, δε ξέρω πως προέκυψε αυτή η ανταπόκριση στην αθόρυβη σκέψη μου. Ξαφνικά, χωρίς να προσθέσω το οτιδήποτε στο ντελίριό του, άρχισε να εκφράζει το παράπονό του αβίαστα, για όλα!
«Δε χρωστάω πουθενά, το σπίτι μου το έχω, το δάνειο το αποπλήρωσα, τα παιδιά μου τα έχω, δεν καταλαβαίνω γιατί είμαι υποχρεωμένος να κάθομαι εδώ!!», έλεγε περνώντας με πιθανότατα για μια κακή, μα it-ill-do απομίμηση του Στ. Θοδωράκη. «Γιατί με κάνουν έτσι;;;!!!», συνέχιζε πιθανότατα αναφερόμενος στους υπαίτιους της μούρλιας μας. Και δώσε για το χαράτσι και δώσε για το ένα και δώσε για το άλλο. Αυτός ο άνθρωπος ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει. Όμως χωρίς να γίνει γραφικός. Είμαι βέβαιη, πώς το απόγευμα δε θα είχε πει κουβέντα. Ούτε στους πελάτες του, ούτε στη γυναίκα του. Από αυτούς τους τύπους τους υπερήφανους ξέρετε… Εκείνη την ώρα όμως, τα πάντα παραγράφονται. Άμυνες τέλος.
«Τι σε πρήζω κι εσένα», μου λέει, «θα σαι και μικρή, σπουδάζεις ακόμα…». Όσο κι αν χάρηκα γι’ αυτόν το αποπροσανατολισμό του καθώς και την καταπληκτική απάτη του σκούφου μου, δεν μπορούσα παρά να θλίβομαι. Που δεν ήμουν ο Θοδωράκης, που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα εξίσου «δυναμικό», για την κατάθεσή του. Πέρα απ’ το να τσαλακώνω τα χείλη μου και να κοιτάω σα χαζό. «Ξέρεις χτες, είχε εδώ την πορεία για την 17 Νοέμβρη κι εγώ stand by!! Γινότανε χαμός κι εγώ με τα χέρια σταυρωμένα εδώ μέσα…!», μου ‘λεγε εξαγριωμένος. Μου άρεσε που ήταν θυμωμένος, μου άρεσε που ξεθύμαινε σε μένα, χωρίς να μ’ έχει δει ποτέ του. Χαμογέλασα… «Ξέρεις κάτι… είναι όμ..», ξεκίνησα να λέω. Πελάτες. Φουριόζοι και χαρμανιασμένοι.
Χαμογέλασα ξανά. Τον κοίταξα με διάθεση επανάληψης. «Θα μιλήσουμε!», είπα και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Κι έμεινε να δουλεύει κι εγώ να αισιοδοξώ… Γιατί απ’ όλα αυτά, μόνο θετικά πράγματα μπορούσα να αποσπάσω. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε… Μοιρολογώντας τον παρταλισμό μας. Καιρός του ήταν. Γουστάρω την απόγνωση μ΄έναν τρόπο. Γουστάρω τη γκρίνια και τα άδεια πορτοφόλια. Γιατί στην τελική, είμαι άνθρωπος της φλυαρίας. Και πριν, είμασταν όλοι στη μούγκα και τη «μύτη». Μονάχα για τη Φλωρεντία και το snowboard μιλούσαμε. Κι άπαξ πήγαινες ποτέ στο περίπτερο, σου έδιναν τα τσιγάρα, όπως έδινε ο (για κλωτσιές) γιατρός τα φάρμακα στη Sara Goldfarb (Requiem for a Dream).
«Είναι όμ…ορφο! Είναι όμορφο αυτό που κάνεις. Νιώθω σημαντική. Μου μιλάς κι ας μη με ξέρεις. Για τα παιδιά σου, το σπίτι σου, τον αδιάφορο αδερφό σου… Τη 17 Νοέμβρη. Και με κοιτάς στα μάτια. Βρίσκεις τη διεύθυνσή μου. Κι εγώ τη δική σου», πήγα να του πω μα δεν πρόλαβα. Την επόμενη φορά. Τα τσιγάρα μου είχαν άλλη γεύση. Δε με άφησαν ανόρεκτη. Γιατί αυτός που μου τα ‘δωσε, με κοιτούσε. Κι αν οι κοινωνίες μας αρρωσταίνουν και τα χαράτσια ξεσαλώνουν δεν θα πάψω να χαίρομαι τέτοιες σύντομες συνομιλίες. Κάθε φορά, γίνονται καλύτερες… Η εξέλιξή μας, σ’ ένα περίπτερο. Ρέκβιεμ για 2 όνειρα, σύντομα για περισσότερα. Ποτέ κάτω των 2. EYT.M.

Περπατάς τις νύχτες, Ευτυχία, και μαζεύεις όνειρα, όπως έλεγε ότι έκανε ο Χατζιδάκις…