Ο λεκές στο μπουφάν μου

Posted: Ιανουαρίου 22, 2012 in The World we Live In

Εγώ στο δρόμο. Η γνωστή ιστορία. Περπατάω και συλλέγω φούσκες. Τις κανονικές όχι τις άλλες. Αυτές με τη σαπουνάδα, δε ξέρω πως λέγονται. Έχοντας μόλις ξυπνήσει από μία αψυχολόγητη νύχτα, χαζεύω τα μικρά που σέρνονται από το χέρι της μάνας. Αυτής που επίμονα ψάχνει για κολοκύθια στη λαϊκή. Είναι η μέρα του μπριάμ. Πού να το ξέρει αυτό το παιδί; Με τις σαπουνόφουσκες θέλει να παίξει (μάλλον έτσι λέγονται). Ξενυχτισμένη και χαμένη στέκομαι στο μέρος με τα μπρόκολα. Όχι για να πάρω, αλλά για να σταθώ κάπου. Ζαλιζόμουν λίγο. «Ω γαμώτο», σκέφτηκα, «σήμερα είναι Σάββατο και εγώ είμαι χάλια».

Καθώς φεύγω από τα μπρόκολα, βλέπω ένα κορίτσι να κάθεται στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένα γλυκό, ξανθό κορίτσι με ροζ γαλότσες. Σαν ηρωίδα του Τόμ Τάικβερ μου φάνηκε, δε πρέπει να ‘ταν 16. Έκλαιγε και κοίταγε το κινητό της. Ροζ ήταν και αυτό, δε συγκράτησα τη μάρκα. Το λίγο μολυβάκι που είχε στα μάτια, είχε μουτζουρωθεί. Αλλά πάλι γλυκό ήταν. Ανησύχησα λίγο και σταμάτησα. Κάθισα δίπλα της. Ύφος που είχα πάρει… Αυτό του «been there…», τρομάρα μου. Ήμουν βέβαιη ότι έκλαιγε για κάτι ανόητο. Παρά ήταν καλοζωισμένη. «Κορίτσι μου…, τι έχεις;»,τη ρώτησα. «Χρειάζεσαι κάτι;». Γύρισε το βλέμμα της δειλά και με κοίταξε. «…Δε με παίρνει, δε με παίρνει… Και μου είπε η Κατερίνα, ότι τον είδε χτες με τη Γιώτα στο Moods…κλαψ, κλαψ, κλαψ», μου είπε. Και είχα μόλις επιβεβαιωθεί.

Δεν έφυγα. Πρέπει να άραξα μαζί της κανα μισάωρο. Να ακούσω την ιστορία της. Μου περιέγραψε τα πάντα. Από το αγόρι της, το αλήτικο, τη φίλη-φίδι και άλλες τέτοιες εφηβικές πλοκές. Μέχρι και για τη μάνα της μου είπε. Που δεν την αφήνει μετά τις 11 το βράδυ να είναι έξω. Γι’ αυτό κέρδισε η «άλλη». Το κλάμα της δεν υποχωρούσε ιδιαίτερα, αλλά όσο περνούσε η ώρα και πωρωνόταν με όλα αυτά τα πρέπει που «πρέπει» να σπάσει για να έχει το γκομενάκι της αρεσκείας της, κάπως έγιανε τη φάτσα της. Έριχνα ακόμα κλεφτές ματιές στις σαπουνόφουσκες. Δε ξέρω τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα. Παιδάκια παντού με αυτό το σπαστικό εργαλείο. Είχαν λεκιάσει το μπουφάν μου. Η μικρή άρχισε σιγά -σιγά να συνέρχεται, ζητώντας μου το fcb. Κολλημένη όμως στο κινητό. Ακόμα… «Πάει τώρα, τον έχασα!κλαψ, κλαψ!». Ναι… Χάρηκα νωρίς.

Πιάνω το μάγουλό της διακριτικά και της λέω «Αγάπη μου φεύγω τώρα. Κλάψε όσο μπορείς ακόμη. Αλήθεια. Μη πιέζεσαι. Θα έρθει και η μέρα, που δε θα μπορείς να το κάνεις. Γι’ αυτό να το χαρείς τώρα». «Σ’ ευχαριστώ… Θα σε βρω  στο fcb,να μιλάμε!», μου απήντησε σε μια τελευταία της τσαχπίνικη κουβέντα. Και άρχισα να ανηφορίζω… Μπαίνω στο ασανσέρ. Κρατς, κρατς, κρατς, με το χέρι μου. Να δω αν βγαίνει ο λεκές από το μπουφάν. Και με κοιτάω στο καθρέφτη. «Εγώ τώρα τι φοβάμαι;», αναρωτήθηκα σε μια ανερμήνευτη αναλαμπή. «Μη χάσω το μπουφάν;». Πόσο στραβόξυλα έχουμε καταντήσει ρε γαμώτο. Δε βλέπουμε πια τίποτα. Ή είδαμε πολλά. Δε ξέρω.

Για λίγο απόρησα. Άρχιζα να σκαλίζω τις δικές μου εφηβικές ανοησίες. Να θυμηθώ πως είναι να σπαταλάς δάκρυα για κάτι. Τελικά η ενηλικίωση είναι βλακεία. Καταβροχθίζεσαι από εμπειρία και σπαταλιέσαι συνειδητά. Γιατί απλά «μπορείς», όπως εύστοχα θα έλεγε ένας φίλος. Όμως, επιστρέφοντας σε εκείνα τα χρόνια όπου το κάθε τι, μου προκαλούσε δέος, ακόμη και οι μικροσκοπικές derby που μου έδινε ο παππούς στα κρυφά, ψιλο-πάγωσα. Ξέχασα πως είναι να κλαψουρίζεις ή να χαχανίζεις για μικρές καθημερινές ασημαντότητες. Ξέχασα πως είναι η υπερβολή και η συναισθηματική ακρότητα. Τώρα, σε κάθε μας απώλεια, προσφεύγουμε σε θεωρίες ή/ και μερικές βοτκίτσες. Μάθαμε να ξεπερνάμε τα πάντα σε ταχύτητα φούσκας. Και νιώθουμε ωραίοι, ώριμοι, φιλοσοφημένοι. Μάλλον χαζοί…θα πω. Τα σπάσαμε όλα τα πρέπει και ψάχνουμε καινούρια. Και δε βρίσκουμε. Υπάρχουν μερικά, αλλά αυτά δε μας παίρνει να τα λιντσάρουμε. Γιατί μας δίνουν λεφτά να πίνουμε βοτκίτσες, να χτίζουμε θεωρίες…

Είμαστε μια γενιά προβληματική. Απομονώνουμε την ελευθερία σε ένα και μόνο όροφο. Και το ξέρουμε. Μπαίνοντας σπίτι, είχα τα μουτζουρωμένα μάτια του κοριτσιού στο κεφάλι μου. Δε ξέρω αν ήταν νοσταλγία αυτό που αισθάνθηκα… Περισσότερο πικρία για το παρόν. Που μου ρευστοποιεί την αγάπη. Να τη δίνω και να την παίρνω σε νόμισμα. Ποτέ ολόκληρη. Που ποδοπατάει το συναίσθημα επειδή δεν είναι καθόλου οικονομικό. Δεδομένης της φάσης, δε λέω, ακόμα καλά είμαστε. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι πια, δεν κοιταζόμαστε. Και ποτέ δεν κοιταζόμαστε με δάκρυα. Ψάχνουμε για κολοκύθια, ενώ θέλουμε και μπορούμε να παίζουμε με σαπουνόφουσκες. Γελώντας σα βλαμμένοι χιμπατζήδες.

Κι όμως, αγαπάμε… Ακόμα εκεί είναι. Δεν είναι απόλυτο. Δεν είναι προσδιορισμένο. Δεν είναι ξεκάθαρο. Αλλά είναι εκεί και ψάχνεται. Είναι ο λεκές στο μπουφάν μου. Και όσο και αν προσπαθώ, δε βγαίνει. Δε θέλω. Δεν πρέπει. Κι ας «μπορεί». ΕΥΤ.Μ.

Όραμα, Βήμα 1ο.

Posted: Ιανουαρίου 7, 2012 in The World we Live In

Περνάμε όλοι δύσκολα. Σχεδόν όλοι. Βασικά… όλοι, απλώς κάποιοι εξαιρούνται λόγω γενετικής απάθειας (πράγμα ευτυχές). 10.000 Έλληνες ψάχνονται για δουλειά στο Europaswhatevah.madworld, άλλοι τρώνε βάικοντιν για ψωμί, άλλοι βγάζουν το σκυλί βόλτα για εκτόνωση και άλλοι, απλώς περπατούν χλιδάτοι ως θύμηση μιας εποχής άλλης.  Για τους συνταξιούχους, τους δημοσίους και όποιους άλλους συγκροτούν το σύστημά μας, δε θα μιλήσω, γιατί θα γίνω τόσο γραφική, όσο και το «συμπονετικό» MEGA Channel.

Είμαστε σε αυτό ακριβώς το μεταβατικό σημείο, στην ιστορία της Νεότερης Ελλάδος, κατά το οποίο, ανατρέπουμε την τάξη. Βάζοντας μαύρη κορδέλα στα μάτια και τρώγοντας φτερούγες τσίλι, όσο πιο κάφρικα γίνεται. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του τι εκτυλίσσεται, δεν επιλέγουμε την απομόνωση (ασχέτως αν αυτή υφίσταται), αλλά την εξόρμηση και την παρέα.  Γελώντας, μιλώντας αδιάλειπτα για χαζομάρες και διακωμωδώντας την ανεπάρκειά μας, στη δημιουργία και την ανάπτυξη της συλλογικότητας. Όμως το κάνουμε μαζί… Ειρωνεία, ε;

Ζώντας μικρές καθημερινές καταστάσεις με ανθρώπους, λιγότερο καθημερινούς, διαπιστώνω ότι η υπόθεση κρίση, κούρασε. Όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως έννοια. Ναι. Μπορώ να πω, ότι το νέο οικονομικό καθεστώς λειτουργεί υπέροχα για την εξέλιξη της δημοσιογραφίας ή/και της σκέψης σε ευρύτερο επίπεδο, μα αδυνατεί να παύσει τη «ζωή». Η επιβίωση φυσικά, είναι άλλο ζήτημα…  Αν και η απογοήτευση, η απελπισία και η παραίτηση, είναι κοινωνικά φαινόμενα που μέρα με τη μέρα αυξάνονται, η αιχμαλωσία που προκύπτει από το υγιές αναπνευστικό μας σύστημα, μας κρατά εδώ. Να τρώμε και να γελάμε. Όχι παραβλέποντας, αλλά συνυπάρχοντας με τα προβλήματα.

Οι γιορτές που πέρασαν ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα της μεγάλης οικονομικής αλλαγής. Όλα αλλάζουν προς το χειρότερο, τα ‘χουμε ξαναπεί αυτά. Αλλά δεν πειράζει. Πλέον καθόλου, μη σας πω. Τις προάλλες συνάντησα μια παλιά γνώριμη. Όταν τη ρώτησα τι κάνει, με ύφος τύπου «πώς τη παλεύεις με την απάλευτη κενωνία;», αυτή μου απήντησε το εξής… «Δε με νοιάζει πια. Ξέρω ότι μπορεί να είμαι έτσι για πάντα!». Ο τρόπος με τον οποίο μου απευθύνθηκε, δεν ήταν ενός ανθρώπου στενοχωρημένου ή συμβιβασμένου. Απεναντίας, εξέφραζε μια απίθανη ηρεμία η τοποθέτησή της. Και επέστρεψε στους φίλους της, χορεύοντας μοναδικά.

Όσο λοιπόν καθόμουν, την επόμενη μέρα, σε ένα τυχαίο μέρος με κάτι φίλους, οι οποίοι αηδιο-λογούσαν, σκέφτηκα… «Δε με νοιάζει πια. Κι αν είμαι έτσι για πάντα, δεν είναι άσχημα». Για λίγο, είδα τον  «εαυτούλη», να γουστάρει με αυτά. Όχι άλλα. Δεν υπαινίσσομαι βεβαίως, ότι η παρούσα φάση κατακεραυνώνει το σχέδιο ή τη φιλοδοξία. Παρατηρώ μονάχα, ότι το σχέδιο παρουσιάζει διαφορετική κατεύθυνση. Υπάρχει μια μεταστροφή στον τρόπο που ονειρευόμαστε το μέλλον. Σα να αρχίσαμε να το σκεφτόμαστε λιγότερο ένα πράγμα. Και αυτό θέλει δουλειά… Θέλει δουλειά, να μη φαντασιώνεσαι μια διευθυντική θέση στη Microsoft, να μην εκστασιάζεσαι στη σκέψη μιας βαλίτσας με αμερικάνικα δολάρια. Και μπορεί να το πετυχαίνουμε σιγά-σιγά…

Όπως πολλάκις έχουν δηλώσει τα πολιτικά πρόσωπα, η χώρα θέλει «όραμα». Ω θεε μου. Πόσο ηλίθιο ακούγεται… Ίσως επειδή φαντάζει ανέφικτο. Ακούμε τη λέξη και τη συνδέουμε με ιστορικές προσωπικότητες τύπου «Τσε» ή «Χίτλερ», αν το πάμε στην άλλη άκρη. Αλλά δεν είναι έτσι. Πιστεύω ότι σήμερα, πιθανότητα πατάμε στο πιο πρόσφορο έδαφος για όραμα. Διότι σταδιακά, απογαλακτιζόμαστε από τη μεγαλομανία και επικεντρωνόμαστε στην καθημερινότητα. Και μόνο όταν ο άνθρωπος μελετά καλά το τώρα του, μπορεί να εντοπίσει τα ψεγάδια.

Δεν αφήνουμε το τώρα να μας ρουφάει, αλλά είναι το μόνο που έχουμε. Όταν σκεφτόμαστε το μετά, χάνουμε και το πριν. Εκεί, μας ρουφάει το σύμπαν. Φεύγοντας από μία νοοτροπία που έδινε στην επιτυχία ένα και μόνο όνομα, η συμφιλίωση με τα δεδομένα και η επιείκεια στον εαυτό, είναι σπουδαία στοιχεία. Μπορεί κάποιοι, να μας μαμάνε τα όνειρα, αλλά δε μας μαμάνε τη ζωή. Την έχουμε ακόμα και δε μας χαλάει τελείως. Τρώμε φτερούγες τσίλι κάφρικα και χορεύουμε μοναδικά. Διακωμωδούμε την ανεπάρκειά μας. Άρα, την αναγνωρίζουμε. Όραμα. Βήμα 1ο.

Ο δημιουργός των περίφημων ταινιών Τruman Show και Gattaca, Andrew Niccol, επιστρέφει φέτος, με ένα εξίσου ευφάνταστο εγχείρημα, δίνοντας φρέσκια πνοή στο κορεσμένο  είδος του sci-fi… Ο λόγος είναι για το «In time», με πρωταγωνιστές τους Justin Timberlake, Amanda Seyfried και Cillian Murphy. Με υπόθεση που γλιτώνει παρά τρίχα την επιστημονική χαζομάρα, ο θεατής μαρτυρά μια άκρως ειρωνική αποκάλυψη, που τον κρατά λίγο παραπάνω στη θέση του… «Ο χρόνος είναι χρήμα».

Ω ναι… Εκεί, ακριβώς έγκειται η πρωτοτυπία του έργου. Μία ρήση, ένα «say», όπως λένε και οι Αμερικάνοι, μετουσιώνεται σε πραγματικότητα. Ό, τι κάνεις, το πληρώνεις με λεπτά, ώρες, χρόνια, δεκαετίες, από τη «ζωή» σου. Διότι εδώ, ο χρόνος έχει κυριολεκτικά το ρόλο του χρήματος. Οι άνθρωποι σταματούν να μεγαλώνουν στην ηλικία των 25 και είναι «σχεδιασμένοι» να ζουν 1 μόνο επιπλέον χρόνο. Από εκεί και πέρα, έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν λίγο χρόνο ακόμα. Άλλοι τίμια και άλλοι άτιμα.

Μια αυτοκτονία, άφθονη τύχη και ένα τραύμα (ο άδικος θάνατος της μητέρας του), οδηγούν τον Will, σε μια περιπέτεια ανακάλυψης της «ταυτότητάς» του. Έχοντας πια πάνω από 100 χρόνια στη διάθεσή του, φεύγει από το γκέτο και εισέρχεται στον κόσμο των πλουσίων, το New Greenwich , με σκοπό να τα παίξει όλα για όλα. Και το κάνει. Γνωρίζοντας παράλληλα τον έρωτα της ζωής του, τη Sylvia. Σε μία πλοκή που κυλά πιο γρήγορα και από νερό συντριβανιού, ο οραματιστής Ρομπέν των Δασών και το έτερον του ήμισυ, η Μάτα Χάρι, ενώνονται σε μία επιχείρηση απονομής δικαιοσύνης, «αναδιανομής του πλούτου», όπως θα λέγαμε χαριτολογώντας. Το αιώνιο απωθημένο, που σπανίως λείπει από τις σύγχρονες κινηματογραφικές αφηγήσεις…

Εξαιρώντας τις σαστισμένη κινησιολογία των ηρώων και την άκυρη ύπαρξη μιας πολυτελούς δερμάτινης πολυθρόνας σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, η ταινία προσφέρει τη δράση που χρειάζεται για τους ηδονικούς της φαντασίας. Η-πάντα- εξαιρετική ερμηνεία του C. Murphy, ως o χρονοκράτορας Raymond  Leon, αποτελεί ιδανική προσθήκη ποιότητας ενώ η τεχνική εναλλαγή των χρωμάτων, αποδίδει άρτια τις αλλαγές περιβάλλοντος. Αυτές, που φυσικά συνεπάγονται των ταξικών αντιθέσεων…

Το In Time, ελάχιστα διαφέρει από άλλα του είδους, ως προς την λογοτεχνική ή/και ψυχαναλυτική εκφορά του. Απώλεια, φτωχό αγόρι, πλούσιο κορίτσι, κακοί γονείς και ένα συγχυσμένο όραμα. Συνειδητές, πιθανολογούμε, απόπειρες του δημιουργού να υπερθεματίσει τόσο τις παραξηλωμένες προσεγγίσεις του Freud, όσο και «απαράλλαχτον» του κοινωνικό-πολιτικού καθεστώτος.  Σε όποια περίπτωση και δεδομένης μιας ανορεκτικής παραγωγής, φέτος, από ανάλογες ταινίες, κανείς θα απολαύσει ένα όμορφο στόρι τύπου Bonnie & Clyde, παρέα με μια ακλόνητη σημερινή αλήθεια… Στην  ερώτηση «Τα λεφτά ή τη ζωή σου;», απαντάς μόνο με ζωή. EYT.M.

1)     Θα μου δείξεις το σπίτι;

2)     Μπρρρρ…. Κρύο!! Να ανάψουμε το τζάκι;

3)     Αει παράτα με πάνω κάτω τις σκάλες! Γιατί δε πάς μόνη σου για νερό;

4)    Nα κάτσω στο κρεβάτι καλύτερα;  (σημειώνεται ότι καναπές και κρεβάτι, ένα και το αυτό)

5)     Όλη μέρα με ένα ξεσκονόπανο! Δεν κουράστηκες;

6)     Έφερα ταινία! Πού θα τη δούμε; Eδώ ή δίπλα;

7)     Κλέβουν εδώ! Την πίσω πόρτα θυμήθηκες να την κλειδώσεις;

8)     Μου ΄χεις σπάσει τα νεύρα! Μπορείς να κλείσεις την πόρτα και να με αφήσεις ήσυχο;

9)     Πού είναι το μπάνιο;

10)  Θέλεις να με παντρευτείς;

Kαι κάπως έτσι αγαπητοί μου φίλοι/φίλες, γλιτώνουμε πολλές χρονοβόρες συζητήσεις, καβγάδες, δρομολόγια κ.ο.κ. Επιπλέον, μόνο ζώντας σε μια γκαρσονιέρα, μπορείτε να διασφαλίσετε την εσαεί αποχή σας από το γάμο. Αν πάλι είστε τόσο γκάντεμης/ισσα, ο άλλος μπορεί να σας εκτιμήσει γι’ αυτό που είστε και όχι για την περιουσία σας-προς Θεού, ακόμα και αν αυτή υφίσταται, δεν τη γνωστοποιούμε-.

Ρέκβιεμ για 2 όνειρα

Posted: Νοεμβρίου 20, 2011 in The World we Live In

Πλατεία  Όλγας. Ώρα 02:00. Στο περίπτερο. Τι άλλο; Τσιγάρα. Αφού πρώτα, πήρα όλη τη μυρωδιά των φοιτητών/τριών που ξενυχτούσαν στο Σουρωτήρι, έφτασα παρέα με το τεράστιο σκουφί μου στον τόπο της σωτηρίας των ανεύθυνων (απευθύνομαι σε αυτούς, που ποτέ δε φροντίζουν να έχουν νερό, χαρτομάντηλα ή τσιγάρα έγκαιρα, με αποτέλεσμα να μένουν μαλάκες μες τη κρύα νύχτα-το μόνο καλό είναι η βραδινή γυμναστική υποθέτω).

Τεσπα…, καθώς ζητώ το ανάλογο πακετάκι από τον άγρυπνο φρουρό του περιπτέρου, σκέφτομαι το εξής… «Τι τραβάει κι αυτός, μέσα στο παγετό…;». Ορκίζομαι, πως δε σκέφτηκα δυνατά. Ήταν μια καθαρά αθόρυβη σκέψη, παράλληλα με την ψακτική μου για ψιλά. Δυστυχώς ψιλά, δε βρίσκω… «Ωχ…ελπίζω να μη σε ταλαιπωρώ τώρα… έχω πενηντάευρο», του λέω. «Ναι καλά… τι να με ταλαιπωρείς; Tαλαιπωρία είναι αυτό ή το ότι είμαι εδώ;», απαντά ελαφρώς ψιθυριστά, κουνώντας το κεφάλι και ρίχνοντας το βλέμμα του υποτιμητικά στο ταμείο του. Ορκίζομαι ξανά, δε ξέρω πως προέκυψε αυτή η ανταπόκριση στην αθόρυβη σκέψη μου. Ξαφνικά, χωρίς να προσθέσω το οτιδήποτε στο ντελίριό του, άρχισε να εκφράζει το παράπονό του αβίαστα, για όλα!

«Δε χρωστάω πουθενά, το σπίτι μου το έχω, το δάνειο το αποπλήρωσα, τα παιδιά μου τα έχω, δεν καταλαβαίνω γιατί είμαι υποχρεωμένος να κάθομαι εδώ!!», έλεγε περνώντας με πιθανότατα για μια κακή, μα it-ill-do απομίμηση του Στ. Θοδωράκη. «Γιατί με κάνουν έτσι;;;!!!», συνέχιζε πιθανότατα αναφερόμενος στους υπαίτιους της μούρλιας μας. Και δώσε για το χαράτσι και δώσε για το ένα και δώσε για το άλλο. Αυτός ο άνθρωπος ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει. Όμως χωρίς να γίνει γραφικός. Είμαι βέβαιη, πώς το απόγευμα δε θα είχε πει κουβέντα. Ούτε στους πελάτες του, ούτε στη γυναίκα του. Από αυτούς τους τύπους τους υπερήφανους ξέρετε… Εκείνη την ώρα όμως, τα πάντα παραγράφονται. Άμυνες τέλος.

«Τι σε πρήζω κι εσένα», μου λέει, «θα σαι και μικρή, σπουδάζεις ακόμα…». Όσο κι αν χάρηκα γι’ αυτόν το αποπροσανατολισμό του καθώς και την καταπληκτική απάτη του σκούφου μου, δεν μπορούσα παρά να θλίβομαι. Που δεν ήμουν ο Θοδωράκης, που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα εξίσου «δυναμικό», για την κατάθεσή του. Πέρα απ’ το να τσαλακώνω τα χείλη μου και να κοιτάω σα χαζό. «Ξέρεις χτες, είχε εδώ την πορεία για την 17 Νοέμβρη κι εγώ stand by!! Γινότανε χαμός κι εγώ με τα χέρια σταυρωμένα εδώ μέσα…!», μου ‘λεγε εξαγριωμένος. Μου άρεσε που ήταν θυμωμένος, μου άρεσε που ξεθύμαινε σε μένα, χωρίς να μ’ έχει δει ποτέ του. Χαμογέλασα… «Ξέρεις κάτι… είναι όμ..», ξεκίνησα να λέω. Πελάτες. Φουριόζοι και χαρμανιασμένοι.

Χαμογέλασα ξανά. Τον κοίταξα με διάθεση επανάληψης. «Θα μιλήσουμε!», είπα και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Κι έμεινε να δουλεύει κι εγώ να αισιοδοξώ… Γιατί απ’ όλα αυτά, μόνο θετικά πράγματα μπορούσα να αποσπάσω. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε… Μοιρολογώντας τον παρταλισμό μας. Καιρός του ήταν. Γουστάρω την απόγνωση μ΄έναν τρόπο. Γουστάρω τη γκρίνια και τα άδεια πορτοφόλια. Γιατί στην τελική, είμαι άνθρωπος της φλυαρίας. Και πριν, είμασταν όλοι στη μούγκα και τη «μύτη». Μονάχα για τη Φλωρεντία και το snowboard μιλούσαμε. Κι άπαξ πήγαινες ποτέ στο περίπτερο, σου έδιναν τα τσιγάρα, όπως έδινε ο (για κλωτσιές) γιατρός τα φάρμακα στη Sara Goldfarb (Requiem for a Dream).

«Είναι όμ…ορφο! Είναι όμορφο αυτό που κάνεις. Νιώθω σημαντική. Μου μιλάς κι ας μη με ξέρεις. Για τα παιδιά σου, το σπίτι σου, τον αδιάφορο αδερφό σου… Τη 17 Νοέμβρη. Και με κοιτάς στα μάτια. Βρίσκεις τη διεύθυνσή μου. Κι εγώ τη δική σου», πήγα να του πω μα δεν πρόλαβα. Την επόμενη φορά. Τα τσιγάρα μου είχαν άλλη γεύση. Δε με άφησαν ανόρεκτη. Γιατί αυτός που μου τα ‘δωσε, με κοιτούσε. Κι αν οι κοινωνίες μας αρρωσταίνουν και τα χαράτσια ξεσαλώνουν δεν θα πάψω να χαίρομαι τέτοιες σύντομες συνομιλίες. Κάθε φορά, γίνονται καλύτερες… Η εξέλιξή μας, σ’ ένα περίπτερο. Ρέκβιεμ για 2 όνειρα, σύντομα για περισσότερα. Ποτέ κάτω των 2.  EYT.M.

Δε πεθάναμε ρε!

Posted: Οκτωβρίου 30, 2011 in The World we Live In

Παρασκευή πρωί. Ξημέρωμα 28ης Οκτωβρίου. Γυρίζω από ένα ξενύχτι στη δουλειά. Δεν είναι δουλειά αυτό, το ‘χω πει. Ψύχωση είναι. Αθεράπευτη.  Τέλος πάντων, καθώς περπατώ την Κορίνθου, αλλάζω καμιά δυο φορές πεζοδρόμιο. Έτσι, προς χάριν της τεράστιας διαθεσιμότητας χώρου. Αδιανόητη ηρεμία, ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε… «Τι διάολο;», είπα, «πού πήγαν όλοι;».  Οι μισοί θα κοιμούνταν και οι άλλοι μισοί θα κλαίγανε τα κοντό-κουρέματα, ποιος ξέρει;  Δεν την είχα ξαναδεί τόσο έρημη την πόλη, νόμιζα για λίγο πως βρισκόμουν στην Αργεντινή της δικτατορίας. Τώρα θα μου πείτε, γιατί δε διάλεξα το παράδειγμα της Ελλάδας. Είχε και εδώ τέτοια. Ξέρω γω; Εκεί, έχει καλύτερη τεκίλα υποθέτω.

Περπατούσα γρήγορα, πολύ γρήγορα. Μεγάλος φόβος. Δυο τύποι έκαναν οχτάρια, έστριβαν τσιγάρο με σάλιο μηδέν και παραμιλούσαν. Τρόμαξα. Να μου συνέβαινε και κάτι, γραμμή δε θα ‘παιρνε κανείς. Και η μάνα μου, πάλι θα δικαιωνόταν. Πόσο μου τη σπάει όταν έχει δίκιο! Τίποτα όμως, άκακοι ήταν. Καλά-καλά τις παλάμες τους δε μπορούσαν να δουν από τη μέθη, πόσο μάλλον εμένα…

Προχώρησα. Βλέπω 4 κυρίες του Δήμου. Οι δυο με σκούπες και οι άλλες δυο πάνω στο όχημα. «Τσιφ, τσιφ» με το κεφάλι κάτω.  Καβάλα πάλι στο όχημα και βουρ για τον επόμενο δρόμο. Ωραίες κυρίες όλες. Περιποιημένες  και κλασάτες μ’ έναν τρόπο. «Ναι! Σκουπίζω! Τι με κοιτάς; Κάνω κάτι. Είμαι περήφανη…», ένιωθα πως έλεγε η μια.  Υπέροχες γυναίκες, μα κουρασμένες. Δίχως αυτές, οι δρόμοι μας δε θα ‘ταν ίδιοι. Που να το ‘ξεραν οι «πρωινές»…

Λίγα μέτρα πιο πέρα, προς τη Γούναρη, βλέπω ένα αμάξι με αλάρμ. Το μοναδικό. Ένας κύριος με βαλίτσες και σακούλες φόρτωνε το πορτ-μπαγκάζ. Κάπου θα πήγαινε. Περίεργο, δε φαίνονταν δικές του. Μπορεί να ‘ταν της κόρης του ή της γυναίκας του. Χαρούμενος πάντως, δεν ήταν. Θαρρείς πως έκανε αγγαρεία. Έφευγε, για να μείνουν κάποιοι άλλοι. Γενναίος κύριος. Ο μοναδικός κύριος του δρόμου.

Οι σκηνές άλλαζαν εν ριπή οφθαλμού. Βλέπετε το tiny γίνεται huge, όταν είναι η πόλη είναι νεκρή. Ένα νεαρό ζευγαράκι μπροστά. Ψιλο-ρακένδυτο. Οι ανταύγειες της κοπέλας ξεθωριασμένες και το τζιν του αγοριού λιωμένο. Ο νεαρός πιωμένος. Το κορίτσι, το πολύ να ‘χε πιει ένα αμαρέτο. Την τράβαγε, την έσπρωχνε, την έσφιγγε με βία απελπισίας. Παιχνίδια ερωτικά έξω απ’ την  Εθνική Τράπεζα. Φιλιόντουσαν αδιάκοπα και πειραματικά. Θλιμμένα. Πίεζαν τους εαυτούς τους, να μη βλέπουν τίποτα άλλο γύρω… Ούτε εμένα, που έτρωγα μια κουρού και τους έξυσα στο πέρασμά μου. «Ωραία ήταν κάποτε η εφηβεία… Σήμερα σα να ‘ναι αναγκαίο κακό…», σκέφτηκα.

Τη σιχάθηκα την κουρού. Είχα αρχίσει να κρυώνω. Ήθελα να φτάσω σπίτι και να ξεραθώ. Κάποιον να μου κλείσει τα μάτια δε ξέρω αν ήθελα. Μόνο να διώξω τις εικόνες της Κορίνθου ήθελα και να σκεπαστώ. Έλα που τα μάτια του μυαλού μου, θα ‘μεναν ανοιχτά… Ένας τύπος με σκουτεράκι, σταματά για λίγο και με κοιτά. «Πω… αμαρτία το παιδί! Πού τη βρίσκει την όρεξη τέτοια ώρα;», αναρωτήθηκα σκεπτόμενη μονάχα το κρεβάτι μου.  Ποιόν κορόιδευα όμως, τη λάτρεψα αυτή τη διαδρομή… Απίθανα πράγματα, απίθανους ανθρώπους συναντάς σε μια άδεια Πάτρα. Το απόγειο του σκότους, πριν την αυγή.

Είχαν μια ανερμήνευτη στενοχώρια όλα αυτά βέβαια. Απ’ τους μπεκρήδες, μέχρι το ζευγαράκι. Δεν έβλεπα ψυχή εκεί… Λίγο αργότερα, έβγαλα μια φωτογραφία κοντά στις καντίνες. Να δω πως σκάει το κύμα στις αποβάθρες. Μπας και άλλαξε και αυτό… «Τι γίνεται ρε γαμώτο… Κάτι γίνεται… Είμαι καλά και ξαφνικά δεν είμαι. Κάποτε όλα είχαν ζωή!», συμπέρανα. Η αυγή της 28ης, ψήγματα είχε απ’ το παλιό. Moνάχα ψήγματα και μούντζες.

Μπορεί όλα ν’ αλλάζουν, μα ακόμα δεν πεθάναμε. Ο ύπνος μου μετά τη διαδρομή, ήταν διαφορετικός. Αλλάζουν όλα, αλλάζω κι εγώ. Μα ακόμα εδώ είμαι. Όπως και οι ήρωες της Κορίνθου. Οι μοναδικοί του δρόμου. Κι αν οι καιροί σαλεύουν, δε πεθάναμε ρε! Είμαστε εδώ, για να κηδεύουμε τα περασμένα.  Όπως έλεγε ο Ελύτης:

Συννέφιασε συννέφιασε

κι έτσι ο Θεός μας έφιασε

Στους έρωτες και στους καιρούς
ν’ αφήνουμε μικρούς σταυρούς.

ΕΥΤ.Μ.

Μan Down…

Posted: Οκτωβρίου 24, 2011 in The World we Live In

Μία πρωία, όχι και τόσο ωραία, πήρα την απόφαση (εύκολη ομολογουμένως), να βρεθώ με τον κολλητό μου φίλο, που είχα να δω μέρες αναρίθμητες… Μια οι δουλειές, μια το πήξιμο, μια που βαρεθήκαμε ο ένας την, τσαλαπατημένη από τη «ζωή», μούρη του άλλου, χαθήκαμε. Μολαταύτα, είχα μια ανείπωτη χαρά που θα τον δω, ευχόμενη, ότι θα μου έρθει με καλά νέα. «Δε μπορεί», λέω, «κάτι θ’ άλλαξε στη ζωή του, να ‘χουμε να λέμε! Γιατί από εμένα, τζίφος…». Μετά θυμήθηκα την συχνή εναλλαγή των μανό μου, αλλά φαντάζομαι πως αυτό, δεν αφορούσε κανέναν.

Καθώς αράξαμε σ’ έναν από τους καναπέδες του «Παραθηναsth», χάζευα τα κύματα και την φρεσκοκουρεμένη του κόμη, έτοιμη ν’ ακούσω λεξούλες όμορφες και διαφορετικές. «Άσε Ευτυχία…», ξεκίνησε… «Ωχ…», είπα από μέσα μου. Ήταν θέμα δευτέρων και το ήξερα… Ύστερα από ένα συνοπτικό μου μονόλογο περί προσωπικών, επαγγελματικών και άλλων εξελίξεων, αφέθηκα στα λεκτικά του κόλπα. «Πήγα σε 10 δουλειές κι έφαγα πόρτα, το ψυγείο χάλασε, ο πατέρας μου θα πάρει δάνειο γιατί η σύνταξη θα ‘ρθει σ’ ένα χρόνο, το αμάξι θέλει μπαταρία κι ήρθαμε μισή ώρα νωρίτερα, ενώ έχει προσφορά τον καφέ 1.5 ευρώ μετά τις 5!», έλεγε με τρόπο αβάσταχτα κωμικό. Η αλήθεια είναι, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησής μας, η καταρρακωμένη Ψωρό- Κώσταινα, ήταν σε πρώτο πλάνο.

Εκεί που η συζήτηση γινόταν πιο «μαύρη» από ποτέ, ήρθε και κάθισε μαζί μας ο Ηλίας. Καλό παιδί ο Ηλίας. Εργατικό και φιλότιμο. Το περίεργο είναι, ότι κάθε φορά που βρισκόμουν με τον κολλητό μου, ο Ηλίας έμπαινε πάντα στη «σκηνή». Ένα αλλόκοτο πράγμα. «Τι έγινε παιδιά; Χάλια εεε…;», συμπλήρωνε, αγνοώντας τα όσα είχαμε πει νωρίτερα. Ανεξήγητη φάση. Λες και κάθε φορά γνώριζε πότε πρέπει να μπει στο «κάδρο» και τι ατάκα να πετάξει. Η μαγεία των Monty Python, μπροστά μου. Αφού αναλύσαμε λοιπόν, το πόσο όξινα είναι όλα και πόσο οξεία ήταν η γαστρεντερίτιδά μου, από το Everest των σκουπιδιών (μπορεί και το «άλλο»), φτάσαμε στα 2 πιο σημαντικά σημεία. Τη μετανάστευση και το σεξ.

«Να σου πω κάτι ρε Ευτυχία; Mη μου πουν πάλι “ποιότητα ζωής” και παπάκια γιατί ήμαρτον! Να κάτσω εδώ, να ψήνω κάστανα, για να βλέπω τον ήλιο και τη θάλασσα! Και; Βαρέθηκα με αυτή την παραμύθα!», είπε κουνώντας το τσιγάρο πέρα δώθε σαν σμπαρλιακό του Medrano. Γέλασα. Είχε δίκιο ίσως. Μπορεί και όχι. Δεν ξέρω. Για το μόνο που ήμουν βέβαιη, είναι ότι τα πράγματα είχαν πάρει πια άλλη τροπή, και για τους δυο μας (τον Ηλία ξέχασα). Δεν ήταν απόγνωση αυτό μήτε αγανάκτηση. «Απόρριψη» ήταν… του παρελθόντος μας, της γεωγραφίας μας, των δεσμών μας, με τα πάντα. Έμενε μόνο, η πρωταρχική ανάγκη για επιβίωση. Όλα τ’ άλλα…down! «Και να σου πω ρε… Με όλα αυτά, “σου ‘ρχεται”;» τον ρώτησα πλήρως βυθισμένη σε κόσμους ανέραστων ξωτικών. «Μου ‘ρχεται ρε συ, πώς δε μου ΄ρχεται! Τι μας έμεινε; Θα μας κόψουν κι αυτό;», μου απήντησε χαριτωμένα.

Κι εκεί θυμήθηκα το σχόλιο ενός παλιού μου συνεργάτη, σχετικά μ’ έναν Αφγανό που αυνανιζόταν έξω από τα γραφεία μας, μπροστά από έναν κάδο. «Μην απορείς…», μου έλεγε, «αν κάποιος στον κόσμο, έχει ανάγκη από έρωτα περισσότερο απ’ όλους, είναι αυτός… Φαί, βρίσκει και στο δρόμο». Κάνοντας πρόχειρα τη σύνδεση, αντιλήφθηκα ότι ο άνθρωπος, είναι ένα αγρίμι, που ασχέτως παρελθόντος, γεωγραφίας και δεσμών, πάντα θα θέλει να «συνευρίσκεται». Μπορεί τώρα, σε υψηλότερη συχνότητα. Βλέπετε ο άνθρωπος, μπορεί να ξεχνά τις χημείες πίσω από μια πρώην γοητευτική χώρα, αλλά δεν αμελεί ποτέ αυτές, πίσω από μία καλοσχηματισμένη γεννητική «χώρα». Αυτός ο σύνδεσμος, με τη φύση και τις αδιάσειστες σταθερές της, μας κρατά ζωντανούς και δημιουργικούς. Μπορεί ένα μίζερο «πάρε-δώσε», ν’ ακούγεται φθηνό και τριτοκοσμικό, αλλά η διασταύρωση των ανθρώπων, είναι εν γένει αταξικό ζήτημα.

Όσο εγώ, ο κολλητός μου, ο Ηλίας κι ο Αφγανός, κάνουμε «νιάου» και «γαβ» αντιστοίχως, η Ψωρό-Κώσταινα κι αν δύει, εμείς θ’ ανατέλλουμε. Μπορεί οι ρελέδες των σπιτιών μας να πέφτουν και να μη ξανασηκώνονται, αλλά η λυσσαλέα μας ορμή για ένωση, θα ‘ναι πάντα όρθια. Κι αν ο Έλληνας είναι down, MAN, will never be down. ΕΥΤ.

Φίλοι απ’ τα παλιά… (?)

Posted: Οκτωβρίου 17, 2011 in The World we Live In

Προσφάτως γνώρισα δύο παιδιά. Μεγάλα παιδιά κι αγόρια. Το Χρήστο και τον Κωνσταντίνο. Μοναδικά πλάσματα. Ο Laurel και ο Hardy (δίχως τις διακριτές διαφορές στα κιλά).Η γνωριμία, έγινε τυχαία, όσο τυχαίο κι αν είναι κάτι που συμβαίνει σ’ ένα έξαλλο «χωριό», όπου όλα μπορούν να συμβούν. Δεν κάθισα να σκεφθώ τ’ οτιδήποτε. Τους συναντούσα, με συναντούσαν, γελούσαμε. «Με» ή «χωρίς» πονηρούς σκοπούς, δε νομίζω πως έχει σημασία. Θα ‘ταν αφύσικο να παραβλέπεις τη «γκομενέ» εκφορά σου, ανήρ/ γυνή.

Το περίεργο στην υπόθεση, είναι ότι αυτές τις λιγοστές φορές που βρέθηκα μαζί τους, δεν «ανέκρινα», μονάχα ρωτούσα, δεν «κρυβόμουν», μονάχα υπήρχα. Μια ασυνήθιστη οικειότητα αισθανόμουν κοντά τους… Μια μέρα λοιπόν, αποχωρώντας από έναν όμορφο καφέ μαζί τους, it struck me, που λένε κι οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι. « Ρε Ευτυχία, τι έχει παιχτεί τώρα εδώ; Μωρέ μπας και τους ήξερες από το Στρούμπειο και δε το θυμάσαι; Eντύπωση, δε θες να κάνεις, πού μένουν δε ξέρεις, αν έχουν αμάξι δε ρώτησες…», είπα. Όντως, ελάχιστα με αφορούσαν αυτές οι λεπτομέρειες. Μόνο μαθηματική αξία είχαν εξάλλου. Και στα μαθηματικά, ήμουν πάντα απαισία.

Ίσως να το ‘χα ξαναζήσει, ίσως και όχι. Είναι πολλοί, συχνά αναρίθμητοι αυτοί οι άνθρωποι, που περνούν απ’ τη ζωή μας μυστήρια και δεν τους δίνουμε τη δέουσα προσοχή. Κάποιοι μένουν, άλλοι φεύγουν. Θαρρείς πως είναι περιηγητές μιας «άλλης» ζωής σου, ή και αυτής… «Έχω ένα πρόβλημα!», τους είπα μια αλλόκοτη busy μέρα που έψαχνα να δω τι φταίει με τη δουλειά μου. «…Ίσως χρειαστεί να αλλάξω λίγο τον τρόπο μου, την έκφρασή μου…», συνέχισα με ανασφάλεια βρεγμένου κουταβιού.  «Είσαι “αυτό”. Αλλά ακόμα κι αν χρειαστεί κάτι “άλλο”, είμαι σίγουρος ότι μπορείς να το κάνεις!», μου απήντησε ο Χρήστος, επιδεικνύοντας μία παράδοξη πίστη σε μένα. «… Οι κουβέντες σου, έχουν χρώμα…», συμπλήρωσε ποιητικά (και άκρως ενθαρρυντικά) ο Κωνσταντίνος. Το σώμα μου αίφνης, πήρε τη στάση ζαχαροκάλαμου.  Λίγες μέρες τους ήξερα μόνο. Και δεν στεκόμουν καν στην αρχή μας. Δεν είχε αρχή, μέση και τέλος όλο αυτό. Ήταν μια ανεξήγητη φυσική, που μ’ έκανε να τους κοιτώ στα μάτια και να συνεννοούμαι. Μια «θέα» καθαρή, χωρίς το  βιασμό μιας τζαμαρίας. «Φιλία…μμμ… ένα όνομα έχει μονάχα;»,διερωτήθηκα.

Είναι αναντικατάστατες οι ιστορίες απ’ τα παλιά, τα κοινά μεγαλώματα και οι χρόνιες μουρμούρες για τις σχολικές εκδρομές. Δε σκοπεύω να τα συγκρίνω. Μα αρνούμαι να παραβλέψω, πώς κάποιοι άνθρωποι εκεί έξω, σε κάνουν να αγνοείς το χρόνο και τις επιδράσεις του, με τρόπο απαράμιλλα σαγηνευτικό. Είναι αυτές οι oddoτητες της καθημερινότητας, που ποτέ δε σε προσπερνούν. Είναι εκεί και σε καλλιεργούν. Αυτή τη φορά, το «άροτρο» είχε ο Χρήστος και ο Κωνσταντίνος. Μαζί μ’ ένα ADVIL (thx Chris), τη μέρα που αρρώστησα. Φίλοι, απ’ τα «παλιά»… ΕΥΤ.Μ.

Συζήτηση με μια πόρνη

Posted: Σεπτεμβρίου 30, 2011 in The World we Live In

Χ.- Γιατί γυρνάς εδώ, στους δρόμους, δε βλέπεις? Νέκρα είναι…

Π.- Αχ… Το «ανάμεσα» και νεκρούς ανασταίνει κορίτσι!

Χ.- Τη τσέπη σου?

Π.- Εεε… δύσκολοι καιροί… Μα μια ο Μίλτος ο μπαράς, μια τα τζιμάνια απ’ τα νερά, κάτι γίνεται..!

Χ.- Η ουλή στο μάγουλο?

Π.- Α.. Ιστορία ζόρικια…

Χ.- Γιατί δε φεύγεις?

Π. – Από πού? Απ’ εδώ? Πού να πάω? Ν’ αφήσω μια ζωή?

Χ.- Ποια ζωή? Είναι ζωή όλο αυτό?

Π.- Αμ, μόνο εσύ νομίζεις έχεις..? Και τούτο το γόνατο νομίζεις τσάμπα λυγιέται?

Χ.- Γιατί λυγιέται? Για ποιόν?

Π.- Φαί κορίτσι, κανα ρουσαλάκι, άντε και κανας χορός. Ζωή δεν είν’ τούτο?

Χ.- Άντρα έχεις?

Π. – Γιατί να μην έχω?

Χ.- Και τι λέει?

Π.- Τραγούδια!… Τι  να λέει..? Μου παίρνει, μου παίρνει κανα πραματάκι…

Χ. – Τι σου λείπει?

Π.- Τίποτα καλέ, τι να μου λείπει?

Χ.- Η «ζέστη», δε σου λείπει?

Π.- Χα! Αμ έχουμε μπόλικη εδώ!…Ζέστη λέει…

Χ.- Γιατί μιλάς μόνη σου, τα βράδια με μισοφέγγαρο, έξω απ’ το σταθμό?

Π.- … Γιατί μιλάς μόνη σου, τα βράδια με μισοφέγγαρο, έξω απ’ το σταθμό?…

———————————————-

«Τι περίμενες? Ότι θ’ αποδράσω μαζί σου, να μείνουμε στο δώμα σου?»…

Ο 28άχρονος σκηνοθέτης από την Καλιφόρνια, Μάξ Ουίνκλερ, δείχνει να οσφρίζεται καλά το zeitgeist των καιρών, παρουσιάζοντας (ύστερα από ποικίλες τηλεοπτικές δουλειές και ταινίες μικρού μήκους), μια ελαφρώς μαύρη κωμωδία, που αφηγηματικά, γλυκίζει τόσο, όσο ξινίζει… Ίσως αυτό, να είναι το μυστικό, της ωραιότητας αυτής της ταινίας. Τ’ ότι ο δημιουργός, κρατά άρτια, τις συναισθηματικές ισορροπίες μεταξύ των ηρώων του, καθώς και των θεατών του…

Ο λόγος είναι, για την ιστορία της Zoe(Ούμα Θέρμαν) και του Sam (Μichael Angarano). Μέχρι εδώ, άψογα. Ονόματα κοφτά, ρομαντικά και χαριτωμένα, κολπάκι πάντα, επιτυχημένο. Ο Sam, είναι ένας νεαρός συγγραφέας παιδικών παραμυθιών και η Ζοe, μια γυναίκα «συζύγου». Στο έργο, δεν είναι αποσαφηνίζεται η ιδιότητα της Zoe και προφανώς, δεν έχει σημασία. Το βέβαιο είναι, ότι πέρα από την αντιλοπική ομορφιά της, είναι μια ύπαρξη μοιραία, ταλαντούχα και ελαττωματική… Ύστερα από μία ερωτική σχέση, η Zoe αποφασίζει να παντρευτεί τον Whit (Lee Pace) , τον έναν άντρα (jirk, ως είθισται), που για χρόνια την ανέχεται με τις όποιες απιστίες της. Όταν ο Sam, πληροφορείται για το γάμο, σπεύδει, με τον καλύτερό του φίλο, τον Marshall (Reese Thompson) να τη διασώσει… Και κάπου εκεί, ξεκινά μια αλληλουχία σπαρταριστών πράξεων, που φέρουν παράλληλα, το μελαγχολικό στίγμα του σκηνοθέτη…

Με διαλόγους γρήγορους και μεστούς, η ιστορία εκτυλίσσεται σ’ ένα τοπίο, που ευνοεί την καλλιτεχνική αισθητική της ταινίας, απομονώνοντας ελάχιστα τον άνθρωπο από το ημι-φυσικό του περιβάλλον. Διατηρώντας ταυτόχρονα, την ενέσιμη, πλέον, westernite της ζωής μας. Με κέντρο την ανδρική φιλία, όχι απαραίτητα όπως είναι, αλλά όπως θα ήταν, σε ένα κόσμο γυναικών περισσότερο…, ο σκηνοθέτης φροντίζει να διαπλέκει τους χαρακτήρες με τρόπο γελοιογραφικό, αλλά ενίοτε, συνηθισμένο… Αν σε κάτι βέβαια καινοτομεί, είναι στην απόδοση μιας ισότιμης, σχεδόν περίεργης, φυλετικής (άνδρας/γυναίκα) συμπεριφορικής, που αποτολμά να γειώσει, όσους πιστεύουν ότι «η πετσέτα στο κεφάλι», είναι women-do.

Με πλάνα που κατά καιρούς δίνουν ένα θεσπέσιο εικαστικό αεράκι στην πλοκή μας, οι πρωταγωνιστές, μέσα από τις διαφορικές τους αντιδράσεις, στάσεις, και «ανατομίες» ακόμη, χαρίζουν στο θεατή, ένα ρομάντζο που δέχεται τον εαυτό του, μέχρι να τον αρνηθεί… Έντονες χρωματικές αντιθέσεις, είναι αυτά τα στοιχεία, που κανείς ερμηνεύει ως την οπτικότητα ενός στυγνού ρεαλισμού, όμως ο τρόπος και η γλυκύτητα με την οποία αποτυπώνεται, φαντάζει ευχάριστα, μπουρλέσκ… Σε κλίμα πολύ-πολιτισμικό και τσιρκώδες, το σ/κ του γάμου (με τούλια, Αφρικανούς και χάπια), συμπυκνώνει υπέροχα το μακρύ στόρι των κεντρικών ηρώων/ερωτευμένων, αφήνοντας μας να «γουστάρουμε», αυτή την αναρχία. Πόσο μπορούν άραγε, η Zoe, o Sam, o Whit (μέλλοντας σύζυγος Zoe) και ο Marshall (ο κολλητός του Sam), να μείνουν εκεί, στο ιδεατό σκηνικό μιας άκρως δυσανάλογης συνύπαρξης?

Λίγο πριν και λίγο μετά το climax, οι φίλοι θεατές, θα διαπιστώσουν, αν τελικά ο έρωτας είναι η διανοητική υπερκέραση του «δώματος», έναντι μιας δίπατης βίλας στο Long Island… Η ένα ταξικό κυνηγητό, σε κάμπους μαγικούς…  ΕΥΤ.Μ.

Υπo-Εικόνες:

1) O σκηνοθέτης, παρέλειψε να πει στον Marshall, ότι είναι gay.

2) Ο Sam είναι πιο όμορφος από τον Whit, κι ας έχει σάπια δόντια.

3) Η Zoe, είναι η μετενσάρκωση της Ντίτριχ, χωρίς τη δυναμική, αλλά με τις πέρλες.

4)Ο Whit, είναι το απόγειο της κακής προφοράς, μπορεί το «ισόγειο», ενός καλού οργασμού.

5) O Teddy(ο τελειωμένος αδερφός της Zoe), είναι ο «wise old man» της ταινίας. Απαράδεκτο.